150 χρόνια από την εφεύρεση του τηλεφώνου
Η 7η Μαρτίου 1876 είναι μία σημαδιακή ημερομηνία για την ιστορία των τηλεπικοινωνιών, καθώς εκείνη την ημέρα ο Alexander Graham Bell κατοχύρωσε επίσημα το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για το τηλέφωνο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η πατέντα, με τον αριθμό 174,465 είχε τον τίτλο «Βελτιώσεις στην Τηλεγραφία» και δεν ανέφερε πουθενά τις λέξεις «τηλέφωνο» ή «ομιλία».
Ένας Σκωτσέζος στη Βοστόνη
Ο Bell (1847-1922), γεννημένος στην Σκωτία, δεν ήταν ούτε μηχανικός, ούτε φυσικός. Προερχόταν από οικογένεια δασκάλων ορθοφωνίας και ο ίδιος ακολούθησε το επάγγελμα του πατέρα του. Ο θάνατος των δύο του αδερφών από φυματίωση σε διάστημα τριών ετών ώθησε την οικογένεια Bell να μεταναστεύσει από τη μολυσμένη και ανθυγιεινή ατμόσφαιρα του βιομηχανικού Λονδίνου στον καθαρό αέρα του αραιοκατοικημένο Καναδά το 1870. Το επόμενο έτος ο Bell μετακόμισε στη Βοστόνη όπου δίδαξε πρωτοποριακές μεθόδους ομιλίας σε ειδικό σχολείο κωφών. Από το 1872 ξεκίνησε πειράματα για τη μετάδοση ήχων μέσω τηλεγραφικών γραμμών. Οι γνώσεις του γύρω από τον ηλεκτρισμό ήταν περιορισμένες και το 1875 ξεκίνησε να συνεργάζεται με τον μηχανικό Thomas A. Watson. Τον Μάρτιο του ίδιου έτους επισκέφτηκε τον φυσικό Joseph Henry στο Ινστιτούτο Smithsonian ο οποίος του έδειξε το «telephon», μια συσκευή μετάδοσης ήχου μέσω ηλεκτρισμού που είχε εφεύρει ο Γερμανός Philippe Reis το 1861. Ο Henry παρότρυνε τον Bell να εγκαταλείψει τα πειράματα για τον πολλαπλό τηλέγραφο και να επικεντρωθεί στην έρευνα για τη μετάδοση του ήχου. Όταν ο Bell αντέτεινε ότι δεν διαθέτει τις κατάλληλες γνώσεις, ο Henry απάντησε: «Να τις αποκτήσεις!»
Η καθοριστική πρόοδος σημειώθηκε τυχαία στις 2 Ιουνίου 1875 όταν ο Watson στην προσπάθειά του να επισκευάσει έναν τηλέγραφο μετέδωσε κατά λάθος έναν μεταλλικό ήχο σε ένα άλλο δωμάτιο. Ο Bell τότε κατάλαβε ότι προκειμένου να μεταδοθεί ο ήχος μέσω τηλεγραφικών γραμμών το ρεύμα πρέπει να είναι συνεχές και παλλόμενο, να «μιμείται» τον κυματισμό του ήχου και όχι διακοπτόμενο όπως στον τηλέγραφο. Αυτή η εφεύρεση που κατοχυρώθηκε επίσημα με το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στις 7 Μαρτίου 1876 δεν μπορούσε ακόμη να μεταδώσει την ανθρώπινη φωνή. Για να γίνει αυτό ο Bell έπρεπε να πειραματιστεί με έναν υγρό μεταδότη (liquid transmitter), ιδέα που πιθανόν «δανείστηκε» από τον ανταγωνιστή του εφευρέτη Elisha Gray.
Μία εφεύρεση, πολλοί διεκδικητές
Συνήθως στη συζήτηση για τη γέννηση της τηλεφωνίας εμπλέκονται διάφορα ονόματα που διεκδικούν την πατρότητα της εφεύρεσης, όπως ο Γάλλος Charles Bourseul, τεχνικός του τηλέγραφου, που το 1854 πρότεινε στη Βασιλική Ακαδημία Επιστημών τη μετάδοση της φωνής μέσω ηλεκτρικών σημάτων. Την ίδια περίοδο ο Antonio Meucci, Ιταλός μετανάστης στην Αμερική, κατασκεύασε το «telettrofono», συσκευή που μετέδιδε τη φωνή ηλεκτρικά, ενώ το 1871 κατέθεσε αίτηση ευρεσιτεχνίας στις ΗΠΑ. Όπως είδαμε πιο πάνω το 1861 ο Philippe Reis στη Φρανκφούρτη παρουσίασε το «telephon» που έδειξε ο Henry στον Bell. Και τέλος, ο Elisha Gray που υπέβαλε αίτηση ευρεσιτεχνίας την ίδια ημέρα με τον Bell, στις 14 Φεβρουαρίου 1876 και τα πειράματα του οποίου πιθανόν γνώριζε ο Σκωτσέζος εφευρέτης.
Η ιδέα ότι «δεν υπάρχει ένας και μοναδικός εφευρέτης» αλλά ότι οι τεχνολογικές καινοτομίες αποτελούν προϊόν συλλογικών και σωρευτικών διεργασιών αποτελεί κεντρική θέση της σύγχρονης ιστοριογραφίας της τεχνολογίας. Η επιτυχία μιας τεχνολογίας δεν εξαρτάται μόνο από την αρχική επινόηση, αλλά από το κοινωνικό περιβάλλον που την καθιστά λειτουργική και οικονομικά βιώσιμη. Το όνομα του Alexander Graham Bell κυριάρχησε λόγω της επιτυχούς κατοχύρωσης της πατέντας το 1876 και της εμπορικής αξιοποίησης της εφεύρεσης. Επιπλέον, ο πεθερός και χρηματοδότης του Bell, ο Gardiner Greene Hubbard, ήταν ο πιο γνωστός δικηγόρος της Βοστόνης εξειδικευμένος στις δίκες των ευρεσιτεχνιών.
Ωστόσο διαπιστώνουμε ότι σε κάθε τεχνολογικό επίτευγμα ο ανθρώπινος παράγοντας παίζει ρόλο. Ο Bell είχε συνδεθεί βαθιά με ανθρώπους που ζούσαν στη σιωπή. Η μητέρα του έχασε σταδιακά τη φωνή της όταν ο ίδιος ήταν παιδί και συνήθιζε να τοποθετεί τα χείλη του κοντά στο μέτωπό της ώστε να «νιώθει» τις δονήσεις της φωνής του. Αργότερα έγινε δάσκαλος κωφών και ερωτεύτηκε μια μαθήτριά του, την Mabel Gardiner Hubbard που είχεχάσει τη φωνή της σε ηλικία 5 ετών από οστρακιά. Όταν οι χρηματοδότες του Bell τον πίεζαν να αφιερωθεί στον πολλαπλό τηλέγραφο αυτός επέλεξε να επικεντρωθεί στη μετάδοση της ομιλίας. Η εφεύρεσή του δεν οφειλόταν απλά στην επιδίωξη για οικονομική και επιστημονική καταξίωση, αλλά σε ένα πάθος για τους ανθρώπους που δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν με την ομιλία. Η ζωή του είναι μια ένδειξη ότι η τεχνολογική καινοτομία δεν καθορίζεται αποκλειστικά από θεσμούς και επιστημονικά παραδείγματα, αλλά και από προσωπικά βιώματα, αξίες και συναισθήματα.
Φωτογραφίες:
- Ο Μπελ κατά τα εγκαίνια της υπεραστικής τηλεφωνικής γραμμής Νέας Υόρκης–Σικάγο το 1892.
- Η εξέλιξη των τηλεφωνικών συσκευών στο Μουσείο Τηλεπικοινωνιών Ομίλου ΟΤΕ.